Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Αφέσου και σ'αυτό Μια φορά



Υπάρχουν κ' αυτές οι μέρες. 
Που θες να φωνάξεις να ουρλιάξεις.
Τα ρούχα σου να σκίσεις και το κεφάλι σου να κοπανάς.
Τις σκέψεις τις τρελές σου να δαμάσεις,
Άλογα αφηνιασμένα.  

Πώς να κάνεις λόγια την ανάγκη σου ,αυτήν την τρέλα σου?
Τα μάτια κοκκινίζουν και τα μηνίγγια σου χτυπούν. 
Σπάει η φωνή στα δυο.
Ουρλιαχτό ακούγεται.
Αδειανή ματιά.
Το μυαλό λειψό.

Πάμε τώρα πίσω.
Στον κόσμο τον καλό.
Στο κόσμο που τούτα δεν επιτρέπονται.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Σαν Bγουν Tης Kαληνύχτας Tα Mαχαίρια









Και δεν μου λες;
Τι άνθρωπος είσαι εσύ, που τη μέρα σκιάζεσαι;
Που μια κουβέντα γλυκιά δεν την  ξεστομίζεις και μια αγκαλιά ανθρωπινή δεν την έκαμες ποτές;
Που ο κόσμος σε τρομάζει, λες κ’ άμα καταλάβει ότι η καρδιά σου πέτρα δεν είναι, θα σου δώσει μια και θα σε προσπεράσει.

Αυτά θέλει να του φωνάξει , αυτά κ' άλλα τόσα,
αλλά τρέμεται στη ιδέα μη δει ο κόσμος ότι νοιώθει.
Όμοια του την έκαμε και δαύτη ,από φόβο μην τόνε χάσει.
Λες και τον είχε ποτές.

Ξαναγυρνά στο βιβλίο της και παρακαλά να νυχτώσει πιο νωρίς σήμερα,
μπας και τόνε χορτάσει λίγο παραπάνω αυτόν τον αλλιώτικο άνθρωπο,
Διαβάζει και ξαναδιαβάζει την ίδια σελίδα και ανακάθεται για εκατοστή  φορά στο καναπέ της.
Ξανακοιτά την αδειανή τη θέση και το μυαλό της παιδεύεται.

Δεν περνά ώρα πολλή και να σου το παλικάρι.
Τήνε κοιτά και τα μάτια του φλόγες πετούν.
Κ’ εκείνη όμως λιγότερα δεν νοιώθει.
Σαν να τα ξέχασε όλα μονομιάς και τον καλωσορίζει.

Τη φιλά,
Τίποτα δεν τη ρωτά,
Τίποτα δεν της λέει.
Σαν να μην υπήρξε η μέρα,
Σαν να μην ζούσε
Σαν να ‘παιρνε μόλις τη πρώτη της ανάσα.

Περνά η ώρα και τα σκεπάσματα στον καναπέ κουβάρι γενόνται.
Ό,τι περίμενε με τόση λαχτάρα μόλις  είχε περάσει.
Αύριο πάλι.

Και γυρνούν τη πλάτη και καληνύχτα λένε.
Και τα μαχαίρια μόλις βγήκαν .
Και η παλεψιά μόλις άρχισε.